latest releases, album reviews, artists bio, podcasts

Latest Articles

Showing posts with label Αφιέρωμα. Show all posts

Τα καλύτερα του 2010

Το 2010 τελειώνει. Ό,τι κυκλοφόρησε κυκλοφόρησε, ό,τι ακούσαμε ακούσαμε, ...ό,τι έγινε έγινε.

Σε γενικές γραμμές ήταν μία μάλλον αρκετά καλή χρονιά για την δισκογραφία με την οποία ασχολείται το blog. Τα releases της χρονιάς ήταν πολλά, μεγάλο μέρος των οποίων ήταν υπογεγραμμένα από μεγάλα ονόματα της εναλλακτικής μουσικής.

Όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το blog θα παρουσιάσει τα 5 καλύτερα και τα 5 πιο απογοητευτικά albums της χρονιάς.

Καταρχήν, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι σύμφωνα με την άποψή μας, οι όροι "καλό", "καλύτερο", "κακό", "χειρότερο" είναι τελείως αδόκιμοι όταν μιλάμε για κάτι τόσο υποκειμενικό όπως η μουσική. Διαφορετικά αυτιά αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη μουσική και διαφορετικοί άνθρωποι με ποικίλα γούστα και προτιμήσεις διαμορφώνουν διαφορετικά την κατάταξη των προτιμήσεών τους. Οι λίστες, λοιπόν, που παραθέτουμε εδώ είναι τίποτα άλλο παρά "yet another opinion" για τα releases του 2010 όπως τα αντιλήφθηκαν τα δικά μας αυτιά και όπως ταιριάξανε στις δικές μας προτιμήσεις και standards.

Τα καλύτερα
1. Groove Armada - Black Light
Με την κορύφωση της διάδοσης της indie μουσικής, κάπου στα μέσα του 2009, η οποία έφερε τον πολλαπλασιασμό των releases, τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες του είδους παρουσίασαν μία γενικότερη τάση "αποφυγής της επανάληψης", κυνηγιού του "διαφορετικού" και του "πρωτότυπου". Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η προσπάθεια γέννησε αναπάντεχα δημιουργήματα όπως άκρως πειραματικά albums με τελείως διαφοροποιημένο ήχο από αυτό που μας είχαν μάθει οι ίδιοι οι δημιουργοί τους.
Οι Groove Armada με το Black Light μας κέρδισαν, και ψηφίζουμε τον δίσκο τους ως τον καλύτερο της χρονιάς 2010, ακριβώς γιατί ΔΕΝ κάνανε τίποτα απ' όλα αυτά.  Δεν χρειάστηκε να τα κάνουν.
Το Black Light είναι ένας δίσκος  οποίος φέρει απόλυτα την σφραγίδα και την ταυτότητα των δημιουργών του από την πρώτη ως την τελευταία νότα. Δεν είναι απολύτως τίποτα παραπάνω ή παρακάτω από αυτό που το νεοϋορκέζικο δίδυμο μας έχει δώσει όλα τα 15 χρόνια της ύπαρξής του. Το Black Light είναι άλλη μία καλή δόση ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ, μελωδικής μουσικής που αλλάζει 1000 πρόσωπα και ντύνεται με εκατομμύρια διαφορετικά κοστούμια, αποτέλεσμα της απίστευτης παραγωγής των 2 djs. Μία παραγωγή η οποία ναι μεν φέρει πολλά νέα στοιχεία και αρκετούς πειραματισμούς, δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό. Αντίθετα, είναι στην απόλυτη υπηρεσία των συνθέσεων, της μελωδίας, των φωνητικών και των οργάνων, προσθέτοντας μία ακόμα διάσταση στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να αλλοιώνει την ουσία του.
2. Broken Bells - Broken Bells
Έχουμε ήδη ασχοληθεί, μέσα από τις γραμμές αυτού του blog, με τους Broken Bells και το πρώτο τους release. Το μουσικό δίδυμο Brian Burton - James Mercer μας έδωσε έναν δίσκο ο οποίος, με το τέλος της χρονιάς, συνειδητοποιούμε ότι έχει το ρεκόρ στροφών μέσα στο cd player μας σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο του 2010.
Το Broken Bells, είναι ένας indie δίσκος του οποίου η μουσική έχει την ευγένεια και διακριτικότητα της lounge, την αμεσότητα του ροκ και την πρωτοτυπία της electro, χωρίς να είναι τίποτα απ' όλα αυτά. Για το τι ακριβώς είναι μπορεί να μας απαντήσει μόνο ο κύριος Brian Burton ο οποίος υπογράφει την πανέμορφη, smooth παραγωγή.
Ως τελευταίο σχόλιο, θα αναφέρουμε ότι ο δίσκος αυτός μπορεί άνετα να κοσμήσει την πιο δραστήρια και εύκολα προσβάσιμη περιοχή μιας δισκοθήκης αφού θα ακουστεί ξανά και ξανά για αρκετό (άγνωστο το πόσο) καιρό ακόμα.
3. Dosh - Tommy
Στον πρόλογο αυτού του review κάναμε τη διαπίστωση ότι στην εποχή μας η "πρωτοτυπία", η "διαφορετικότητα" και η "εναλλακτικότητα" είναι ζητούμενα. Αν κρατήσουμε αυτή τη διαπίστωση ως παραδοχή τότε οι Dosh είναι σίγουρα πολύ μα πάρα πολύ επίκαιροι.
Οι Dosh, για όσους δεν τους γνωρίζουν (το αντίθετο είναι μάλλον σπάνιο), είναι ένα free-style συγκρότημα με πολύ συγκεκριμένη και μοναδική τεχνοτροπία στο παίξιμό του. Είναι αλήθεια ότι η μουσική τους δεν είναι προσανατολισμένη προς το ευρύ κοινό. Ούτε, όμως, και προς κάποιο συγκεκριμένο, εξειδικευμένο κοινό. Είναι μία μάλλον μη-προσανατολισμένη μουσική. Μία μουσική η οποία απλά υπάρχει τοποθετημένη σε ένα πολύ καλά καθορισμένο σημείο στον χώρο, δελεάζοντας,  με τα όμορφα "άνθη" και τα ακόμα πιο όμορφα "αγκάθια" της, τους ανυποψίαστους περαστικούς. Το trads music είναι ένας από αυτούς που έτυχε να περάσουν κοντά από τα στέκια των Dosh, να ακούσουν το νέο τους δημιούργημα και φυσικά να υποκύψουν στην γοητεία του.
Ο τελευταίος δίσκος των Dosh, αν και εξακολουθεί να φέρει στο απόλυτο τον χαρακτήρα του συγκροτήματος, χωρίς την παραμικρή έκπτωση, είναι μάλλον ο καλύτερός τους γιατί είναι αυτός που κάνει τον ήχο και την μουσική του συγκροτήματος πιο προσιτά από ποτέ ακόμα και στους πιο μη-μυημένους στο είδος.
4. Yeasayer - Odd blood
Πρόκειται για ό,τι πιο πειραματικό ακούσαμε φέτος. Έχουμε αναφέρει και στο αντίστοιχο review ότι πρόκειται για μία μουσική ακροβασία (πόοοοσο μας αρέσουν αυτά τα δισκάκια!!) ανάμεσα σε πολλά είδη μουσικής. Εξαιρετική παραγωγή, συνεχής εναλλαγή ρυθμών, συνεχής εναλλαγή συναισθημάτων. Δεν ξέρω αν το κατατάσω στα "καλύτερα" της χρονιάς επειδή είναι όντως στα "καλύτερα" της χρονιάς. Ξέρω όμως ότι είναι ο δίσκος που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση τόσο με το πρώτο άκουσμά του όσο και και με τα επόμενα.
5. ........
Στην πέμπτη θέση όσο κι αν προσπάθησα δεν μπορώ να ξεχωρίσω έναν μόνο δίσκο. Θα μπορούσε να είναι το Down the way των Angus & Julia Stone, αν ψάχνουμε για κάτι ήπιο, ακουστικό και αυθεντικό, θα μπορούσε να είναι το Congratulations των MGMT, όμως από την άλλη νομίζω ότι το παρατράβηξαν με την σαρωτική αλλαγή στον ήχο τους (αυτά που λέγαμε στον πρόλογο), θα μπορούσε να είναι και το Suburbs των Arcade Fire αν είχαν φροντίσει να ξεσκαρτάρουν λίγο παραπάνω το εξαιρετικό υλικό του (αρκετά μεγάλου) δίσκου από κάποια τραγούδια δεύτερης ταχύτητας. Θα μπορούσαν να είναι και όλα αυτά μαζί.


Οι "απογοητεύσεις"
1. Burn the negative - How to weigh the human soul
Πρώτο στη "μαύρη" λίστα και μάλιστα με διαφορά. Επανερχόμαστε στην εμμονή ορισμένων συγκροτημάτων να μεταβάλλουν τον ήχο τους από δίσκο σε δίσκο συμπεριφερόμενοι ως σαν να υπάρχει νόμος ο οποίος να επιβάλλει στους καλλιτέχνες να διαφοροποιούνται σε κάθε δίσκο, ως σαν κάποιος αόρατος κριτής των πάντων καιροφυλακτεί στη γωνία να τους κατηγορήσει για επανάληψη, λες και η αλλαγή αποτελεί αυτοσκοπό και ζητούμενο.
Οι Burn the Negative δεν κατάλαβαν, μάλλον, ότι αυτό που τους έκανε γνωστούς και αγαπημένους στον κόσμο, με τον πρώτο τους δίσκο, ήταν το dark στοιχείο τους, η ικανότητα να παντρέψουν το pop με το dance με το rock ΜΕ ΤΟ DARK. Ο δίσκος "How to wight the human soul" είναι μία προσπάθεια της μπάντας και των μανατζαρέων της να εκμεταλλευτούν εμπορικά τη μεγάλη βάση ακροατών, που δημιουργήθηκε με την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου, και να την χρησιμοποιήσουν ως "σκαλοπάτι" και όχημα προς τον χώρο της ευρείας κατανάλωσης. Δεν λάβαν υπόψη τους, όμως, ότι εκεί που πηγαίνουν πολλοί, μα πάρα πολλοί, από τους ακροατές του πρώτου τους δίσκου δεν μπορούν να τους ακολουθήσουν και αυτό γιατί αυτή η μερίδα οπαδών της μπάντας ανήκει, δυστυχώς, αλλού. Ανήκει σε έναν χώρο τον οποίο οι ίδιοι οι Burn the Negative έφτιαξαν (μαζί με άλλους) και τον οποίο, αφού τον έφτιαξαν, πρώτοι φρόντισαν να εγκαταλείψουν!
Το δυστύχημα του πράγματος είναι ότι ακόμα κι αν αντιμετωπίσουμε το "how to weight the human soul" ως έναν "εμπορικό", κάπως πιο "ανάλαφρο", "dance-pop" δίσκο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογος σε σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία του χώρου.
Προσωπικά πιστεύω ότι οι Burn the Negative οδεύουν (μάλλον ήδη την ζουν) προς μία μεγάλη εμπορική αποτυχία. Το group είναι νέο (είναι μόλις ο δεύτερος δίσκος του μέσα στα ισόποσα χρόνια της ύπαρξής του), οι εμπειρίες του είναι ελάχιστες και η "φτιάξη" του, η "πάστα" του δεν έχει ακόμα δοκιμαστεί. Η αποτυχία αυτή μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση, στην απλή μετριότητα ή και να λειτουργήσει ευεργετικά ώστε να επανακαθοριστεί η ταυτότητα της μπάντας. Δεν το ξέρουμε. Αν η μπάντα είναι φτιαγμένη για να πρωταγωνιστήσει σε παγκόσμιο επίπεδο θα φανεί τώρα.
Προσωπική μου άποψη, δυστυχώς, είναι ότι οι Burn the Negative δεν κατάλαβαν ποτέ και δεν πίστεψαν σε κάτι τέτοιο. Θα παραμείνουν, λοιπόν, όπως φαίνεται μία dance μπάντα του Λονδίνου που θα κάνει καλά μεροκάματα στα club της πόλης και θα εμφανίζεται ως δευτεροκλασάτο όνομα σε φεστιβάλ. Δυστυχώς...
2. New Young Pony Club - The Optimist
Εδώ έχουμε να κάνουμε με την τελείως αντίθετη πορεία σε σχέση με αυτή των Burn. Μία μπάντα "η χαρά της ζωής" μετατράπηκε μαυροφορεμένες κλαίουσες οι οποίες δεν ξέρουν καν γιατί κλαίνε. Ο δεύτερος δίσκος της μπάντας, ο οποίος ήρθε μετά από πολύ μακρά απουσία από τη δισκογραφία, απλά δεν έχει να πει απολύτως τίποτα.

Δεν θα αναφέρουμε άλλους στη λίστα των απογοητεύσεων γιατί κανένας άλλος δίσκος δεν "αξίζει" να είναι δίπλα στους δύο προαναφερθέντες. Το μόνο που μπορούμε να αναφέρουμε, κλείνοντας, είναι ότι το 2010 ήταν σαφώς καλύτερο από το 2009, όμως για άλλη μια φορά το 2008 παραμένει η καλύτερη χρονιά της εναλλακτικής δισκογραφίας, τα τελευταία χρόνια.
Από την άλλη το 2011 μπαίνει με πολυ-αναμενόμενες κυκλοφορίες όπως τον νέο δίσκο των Ting-Tings, πιθανό νέο δίσκο των Libertines (!!) και πολλές άλλες κυκλοφορίες που θα είμαστε εδώ να τις σχολιάσουμε.

Το tradsmusic σας εύχεται να έχετε ένα 2011 γεμάτο υγεία και καλή διάθεση, να μην τρώτε τον τσαμπουκά και να μη μασάτε από καταπίεση. Μην ξεχνάτε να ακούτε μουσική γιατί είναι ένα από τα πράγματα που μας βοηθάν να ανταπεξερχόμαστε και να παλεύουμε όλες τις δυσκολίες της ζωής.   

The Dead Weather - Horehound

The Dead Weather… Μία μπάντα με βιογραφικό

4 Άσσοι

Μπορεί να δημιουργήθηκαν, μόλις, πέρσι (2009), να μετράνε μόλις ένα χρόνο ζωής και μία δισκογραφική δουλειά, κι όμως, είναι μία μπάντα με πολύ, μα πάρα πολύ, πλούσιο βιογραφικό. Μία μπάντα που αποτελείται από τουλάχιστον 4 κιθαρίστες, 3 τραγουδιστές, 2 μπασίστες και δύο drummer αριθμώντας, μόλις, τέσσερα μέλη! Πως; Απλά, οι τέσσερις καλλιτέχνες που απαρτίζουν τους Dead Weather είναι πράγματι πολυσύνθετοι και πολυτάλαντοι.



Δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε, την αναφορά μας στα μέλη των Dead Weather, με άλλον από τον “πολύ” κύριο Jack White. Κιθαρίστας, τραγουδιστής, πιανίστας, front man αλλά και εμπνευστής των White Stripes (δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα της μπάντας συμπεριλαμβάνει το επίθετό του), θεωρείται ένας από τους πιο χαρισματικούς σύγχρονους Αμερικανούς rock μουσικούς. Ο White, με το side-project του The Dead Weather, μας παρουσιάζει μία εντελώς διαφορετική πτυχή της, πολυσύνθετης, μουσικής του υπόστασης, αναλαμβάνοντας τις μπαγκέτες των drums (!!), ενώ, σε δεύτερο πλάνο, εμπλουτίζει την μπάντα με τα φωνητικά και την κιθάρα του.

White Stripes - Seven Nation Army


Τραγουδίστρια του συγκροτήματος είναι η Alison Mosshart, ευρύτερα γνωστή ως η τραγουδίστρια του indie rock συγκροτήματος “Kills”. Η Alison, πέρα από τα lead vocals, κάνει κι άλλες “δουλειές” στην μπάντα, παίζοντας κιθάρα και κρουστά.


The Kills - URA Fever


Κιθάρα, organ, πιάνο, synthesizer, μπάσο, backing vocals. Όλα ένας. Το όνομά του Dean Fertita. Σε πολλούς μπορεί να μην ακούγεται και τόσο άγνωστο αυτό το όνομα, αφού, ο multi-instrumentalist Dean έχει διατελέσει lead τραγουδιστής και κιθαρίστας στους Waxwings, ενώ, επίσης, έχει παίξει touring keyboard player στους Recounteurs. Από το 2007, ο Dean Fertita είναι μέλος των Αμερικανών (δυνατών) rockers “Queens of the stone age” παίζοντας keyboard και κιθάρα. Side-project και για τον Fertita, λοιπόν, αφού ποτέ δεν σταμάτησε να είναι μέλος των Queens of the stone age.

Queens of the stone age - Go with the flow


Μπάσο, κιθάρα, drums και backing vocals αναλαμβάνει ο Jack Lawrence. Άλλο ένα όνομα, που αν το μελετήσει κανείς θα βρει, μέσα, στο αρκετά μακρύ, βιογραφικό του, ότι είναι ο μπασίστας των Recounteurs.

Recounteurs - Steady, as she goes




30 sec spot for The Dead Weather:


Horehound



Έτος: 2009
Είδος: Indie rock
Χώρα προέλευσης καλλιτέχνη: Αμερική
Label: Third man records

Tracklisting
1 60 Feet Tall
2 Hang You From The Heavens
3 I Cut Like A Buffalo (video) (live)
4 So Far From Your Weapon
5 Treat Me Like Your Mother (video)
6 Rocking Horse
7 New Pony
8 Bone House (live)
9 Three Birds
10 No Hassle
11 Will There Be Enough Water? (live)

Το Horehound αποτελεί την πρώτη δισκογραφική δουλειά των The Dead Weather κάτω από το label Third Man Records, του ίδιου του Jack White. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2009, έξι, μόλις, μήνες μετά την δημιουργία της μπάντας. Όπως δήλωσε και ο White "Τα πράγματα ήρθαν από μόνα τους. Δεν είχαμε κάποιο σαφή προσανατολισμό. Εμείς απλά συνθέταμε ένα - δύο τραγούδια την μέρα, όσο περισσότερα μπορούσαμε, και μετά τα ηχογραφούσαμε κατευθείαν... Δεν υπήρχε, λοιπόν, χρόνος να σκεφτούμε τι ακριβώς ήταν αυτό που γινόταν. Απλά, έγινε."

Ο δίσκος περιέχει 11 τραγούδια. Το στυλ του δίσκου, με μία λέξη, μπορεί να χαρακτηριστεί rock. Indie rock, με πολλές και διάφορες επιρροές, όπως garage και blues, ενώ, σε πολύ μικρά διαστήματα μπορεί να θυμίσει από Rage against the machine μέχρι και dub.
Σκοτεινός, σε γενικές γραμμές, βαρύς και αλλά και δυνατός απευθύνεται σε λάτρεις του rock κάθε μήκους και πλάτους. Είναι ένας δίσκος που, ακόμα κι αν δεν το γνωρίζει κανείς, φωνάζει από μακρυά ότι είναι Αμερικανική σκηνή. Καλή Αμερικανική σκηνή, που, αν και λάτρεις της Βρετανικής σκηνής, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι η μόνη που θα μπορούσε να βγάλει μπάντες όπως οι Dead Weather.

Η πολύπλευρη μορφή που συνθέτουν οι τέσσερις, πολυτάλαντοι, μουσικοί, αλλά, και ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε και ηχογραφήθηκε ο δίσκος παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν μπορεί να κριθεί με συμβατικούς όρους. Θεωρούμε λάθος την κριτική που δέχτηκε, από διάφορα μέσα, περί ύπαρξης αδιάφορων τραγουδιών που απλά γεμίζουν το χώρο και τον χρόνο γύρω από 4-5 ξεχωριστά κομμάτια. Το Horehound είναι παράξενη φύση, όπως και η ίδια η μπάντα που τον δημιούργησε.
Οι εκτελέσεις, αλλά και οι συνθέσεις των τραγουδιών παράγουν την αίσθηση ενός εύπλαστου υγρού, τόσο παχύρρευστου που, τελικά, είναι στερεό. Αυτή είναι και η στέρεη υπόσταση του δίσκου, που στα αυτιά κάθε ενός rocker θα πάρει διαφορετικό σχήμα ανάλογα με τη διάθεση, τις παραστάσεις και τις rock καταβολές του. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, όντως, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι δημιουργείται μία μικρή κοιλιά προς το τέλος του δίσκου, καθαρά δείγμα απειρίας, ή, ίσως, υπέρμετρου ενθουσιασμού, η οποία άλλοτε συγχωρείται και άλλοτε όχι, και πάλι, ανάλογα με τις διαθέσεις του ακροατή.

Κάνοντας το τελικό μας σχόλιο, ο Horehound είναι ένας δίσκος που μας εξέπληξε θετικά, μας έκανε να θυμηθούμε, εν έτι 2009, τι πάει, πραγματικά, να πει rock και αποτελεί λαμπρό δείγμα το τι μπορεί να παράγει η Αμερική όταν θέλει.
Must have ίσως... Must listen 100%.

The Libertines

Υπάρχουν μπάντες και μπάντες. Υπάρχουν αυτές που κάνουν μία επιτυχία και εξαφανίζονται, υπάρχουν και αυτές που μέχρι τα βαθιά γεράματα αρνούνται να σταματήσουν να αρμέγουν τη λεγόμενη "cash cow", υπάρχουν και οι Libertines.
Υπάρχουν αυτές που μεσουρανούν για κάποια χρόνια και μετά δεν τους θυμάται κανείς, αυτές που με τη διάλυσή τους μας αφήνουν πίσω μερικά καλά CD (ή LP), και αρκετές καλές αναμνήσεις, υπάρχουν και οι Libertines.



Ποιοι είναι (ήταν) οι Libertines;
Πίσω στο 1997. Ένας νεαρός (19 χρονών τότε) από το Basingstoke της Αγγλίας ονόματι Carl Barât ξεκινά τις σπουδές του στο Brunel University του Uxbridge και συγκεκριμένα στη σχολή θεάτρου. Συγκάτοικος του Carl, στο φοιτητικά του διαμέρισμα, είναι η, επίσης φοιτήτρια, Amy-Jo Doherty. Η Amy διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τον μικρότερο αδερφό της Pete (φοιτητής, τότε, της Αγγλικής Φιλολογίας), ο οποίος, την επισκέπτεται συχνά. Σιγά σιγά ο Carl και ο Pete γνωρίζονται καλύτερα, ανακαλύπτουν τις κοινές καλλιτεχνικές τους ανησυχίες και δένονται με μία πολύ δυνατή φιλία.

Carl Barat Pete Doherty

Οι δύο νέοι αποφασίζουν να ξεκινήσουν μία μπάντα και σε λιγότερο από χρόνο σχηματίζονται οι Libertines.
Η αρχική σύνθεση του group ήταν: Carl Barât (frontman, vocals, lead guitar), Pete Doherty (vocals / rhythm guitar), ως βασικά μέλη, ενώ συμπλήρωναν ο John Hassall (bass) και ο Johny Borrell (αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Powel) στα drums.
Οι Libertines αρχίζουν να δουλεύουν. Άμεσα πραγματοποιούνται κάποιες demo ηχογραφήσεις, γρήγορα έρχονται ανακατατάξεις και αλλαγές στην αρχική σύνθεση και οι συνθήκες ωριμάζουν για την πρώτη δισκογραφική απόπειρα.

Up the bracket

Η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά της μπάντας έρχεται το 2002 με τον τίτλο "Up the bracket". Την παραγωγή αναλαμβάνει ο Mick Jones (ο πρώην lead κιθαρίστας των Clash) ο οποίος (πιθανόν τότε να μην το γνώριζε) θα ξεκινήσει μια συνεργασία που θα αποτελέσει την κορυφαία της καριέρας του ως παραγωγός, μέχρι και σήμερα.

Ο δίσκος θα δώσει την 35η θέση στα Βρετανικά και την 13η θέση στα Αμερικάνικα album charts ενώ το έγκυρο βρετανικό μουσικό περιοδικό NME θα βραβεύσει τους Libertines ως την καλύτερη νεοεμφανιζόμενη μπάντα για το 2002.


Τραγούδια του δίσκου

Παρά το γεγονός ότι η κατάταξη στα chart δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή, ο δίσκος θα αποδειχτεί διαχρονικός και τέσσερα χρόνια αργότερα, 2006, το ίδιο περιοδικό θα κατατάξει το Up the bracket στη 10η θέση των σπουδαιότερων Βρετανικών album όλων των εποχών!!
Την περίοδο του Up the bracket η μπάντα θα πραγματοποιήσει, κυριολεκτικά, εκατοντάδες εμφανίσεις. Πέρα από τα αμιγώς "Libertines" live, το group θα εμφανιστεί ως support στους Sex Pistols και στον Morrissey και η Βρετανία θα αρχίσει σιγά-σιγά να αποκτά την επερχόμενη μανία...

2003
Από το ξεκίνημα, ακόμα, του group ο Pete Doherty ήταν χρήστης βαριών ναρκωτικών ουσιών. Το γεγονός αυτό δημιουργούσε συχνά προβλήματα στην μπάντα, κάτι που ο Barat το είχε εντοπίσει και είχε αρχίσει, σταδιακά, να τον ενοχλεί. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι δύο φίλοι ήρθαν σε ρήξη για το συγκεκριμένο θέμα με τον Carl να πιέζει τον Pete για αποτοξίνωση, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.
Το 2003 η ρήξη θα πάρει διαστάσεις. Ο Doherty έχει, πλέον, βυθιστεί για τα καλά στην ηρωίνη, την κοκαΐνη και το κρακ, ο Carl εκδηλώνει τάσεις απώθησης του Pete από την μπάντα και ο Doherty βάζει, πρόχειρα, στα σκαριά ένα νέο μουσικό project, τους Babyshambles, που το διατηρεί ως καταφύγιο και καβάτζα αρνούμενος (ή ανίκανος) να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Carl.
Tον Μάιο του 2003, και ενώ η μπάντα βρίσκεται στην Αμερική για την ηχογράφηση νέου προωθητικού υλικού, με το τίτλο "Babyshambles sessions", η ρήξη μετουσιώνεται σε καυγά. Ο Doherty είναι τελείως χαμένος από τα ναρκωτικά και ο Carl ξεσπάει έντονα. Η αδυναμία συνεννόησης είναι τόσο μεγάλη που ο Barât τα μαζεύει αμέσως και φεύγει, αφήνοντας την μπάντα στα μισά των ηχογραφήσεων. Ο Doherty θα παραμείνει και θα ολοκληρώσει μόνος του τις ηχογραφήσεις οι οποίες δόθηκαν λίγο αργότερα για free download στο διαδίκτυο:

http://rapidshare.com/files/105205142/Babyshambles_Sessions_-_Disc_1.rar
http://rapidshare.com/files/105364200/Babyshambles_Sessions_-_Disc_2.rar
http://rapidshare.com/files/105374975/Babyshambles_Sessions_-_Disc_3.rar
Η παραμονή στην Αμερική τελειώνει και ο Doherty επιστρέφει στην Αγγλία, συμπτωματικά, λίγες μέρες πριν τα γενέθλια του Carl. Αποφασίζει, λοιπόν, σε μια προσπάθειά του να εξομαλύνει τις σχέσεις τους, και οργανώνει ένα πάρτι για τα γενέθλιά του φίλου του. Ο Carl αρνείται να γιορτάσει τα γενέθλιά του με τον Pete, γεγονός που μεταφράζεται, στο μυαλό του Pete ως προδοσία.
Την αμέσως επόμενη μέρα η μπάντα θα πετούσε για Γερμανία, τον πρώτο σταθμό της προγραμματισμένης Ευρωπαϊκής περιοδείας της. Ο Pete, ενεργώντας εκδικητικά, αρνείται να συμμετάσχει και αφήνει την μπάντα στα κρύα του λουτρού ανήμερα της πτήσης! Τα περιθώρια αντίδρασης ήταν ελάχιστα.
Ο Carl, προκειμένου να αποφύγει την αναβολή της περιοδείας αναγκάζεται να σκαρφιστεί λύσεις, κάτι χειρότερο από, ανάγκης . Ένας τεχνικός για τις κιθάρες ονόματι Nick, (μέλος της αποστολής) μαθαίνει τα ακουόρντα του Pete και καλύπτει τη θέση του στα live! Για τα φωνητικά καλείται ο Didz Hammond (αργότερα μέλος των Dirty Pretty Things), τραγουδιστής, τότε, των The Cooper Temple Clause (τραγούδια της μπάντας υπάρχουν στο τέλος του άρθρου), ο οποίος, μετά από τηλέφωνο του Carl, πηγαίνει εσπευσμένα στην Γερμανία.

Μέσα σε αυτή την εκτροχιασμένη κατάσταση, ο Doherty, πίσω στην Αγγλία, είναι κυριολεκτικά "out of his mind". Η χρήση δεν έχει σταματήσει και ο Carl, αντιστρέφοντας τους ρόλους, του στέλνει σαφές μήνυμα ότι η επάνοδός του στην μπάντα περνάει υποχρεωτικά μέσα από την πλήρη αποτοξίνωσή του.
Ο Pete, ξεκινά προσπάθεια μπαίνοντας σε κέντρο αποτοξίνωσης μα σε λιγότερο από εβδομάδα τα παρατάει. Η σύγχυσή του, εκείνη τη χρονική περίοδο, είναι μεγάλη και προδίδεται έντονα από τα post που έκανε στο επίσημο forum των Libertines. Στα post αυτά ο Pete παρουσιαζόταν έντονα (παθολογικά) κυκλοθυμικός αφού μέσα στην ίδια μέρα υπήρχαν χαρούμενα, πεσιμιστικά, αισιόδοξα και απαισιόδοξα post. Τόσο η έκρυθμη ψυχολογική του κατάσταση όσο και δηλώσεις που πραγματοποιούσε, και στις οποίες εμφανιζόταν ως σαν να μην έχει απολύτως κανένα πρόβλημα τόσο με τον Carl όσο και με την υπόλοιπη μπάντα, μπέρδεψαν τους οπαδούς των Libertines οι οποίοι αδυνατούσαν να καταλάβουν για ποιο λόγο ο Pete απουσίαζε από την τρέχουσα, υπέρ-επιτυχημένη, περιοδεία της μπάντας σε Ευρώπη και Ιαπωνία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, και ενώ οι Libertines συνεχίζουν την περιοδεία τους, ο Doherty φτάνει στα άκρα. Εισβάλει και διαρρηγνύει το διαμέρισμα του Carl κλέβοντας μία συλλεκτική κιθάρα, ένα cd player, ένα video recorder, ένα laptop και μία φυσαρμόνικα και λίγες μέρες αργότερα πραγματοποιεί την πρώτη επίσημη εμφάνισή του με τους Babyshambles!
Η διάρρηξη δεν περνάει ατιμώρητη. Ο Pete συλλαμβάνεται από την Βρετανική αστυνομία, οδηγείται στο δικαστήριο και καταδικάζεται σε 6 μήνες κάθειρξη (εξέτισε μόνο τους 2). Στο διάστημα των 2 αυτών μηνών ο Doherty βρίσκει σε υποχρεωτική αποτοξίνωση. Όπως έχει δηλώσει, άλλωστε, και ο manager του Andy Boyd σε συνέντευξή του στην εφημερίδα "Daily Mail" "η μόνες φορές που δεν βλέπεις τον Pete υπό την επήρεια ηρωίνης ή κρακ είναι όταν είναι σε πρόγραμμα, στην φυλακή ή όταν κοιμάται". Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, Pete έρχεται σε επικοινωνία με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας και με, σαφώς, πιο καθαρό μυαλό προσπαθεί να βρει νέα σημεία επαφής μαζί τους.

Οκτώβριος του 2003 και έρχεται η ώρα της αποφυλάκισης. Έξω από την πόρτα της φυλακής περιμένει τον Pete μία ανέλπιστη παρουσία. Ήταν ο Carl!
Ακολουθεί συγκινησιακό ξέσπασμα! Οι δύο φίλοι περνούν όλη τη μέρα μαζί και το ίδιο βράδυ οργανώνουν μία αυθόρμητη, μη-προγραμματισμένη εμφάνιση στο Tap'n'Tin pub στο Kent. Η μπάντα εμφανίζεται σε πλήρη σύνθεση μετά από μήνες. Όσοι ζήσανε αυτό το live το περιγράφουν ως το καλύτερο της μπάντας, ενώ, σχεδόν όλα, τα μουσικά έντυπα της Βρετανίας θα το καταγράψουν ως ένα από τα ιστορικότερα live όλων των εποχών.

Το κλίμα αντιστρέφεται και η απήχηση του group ανεβαίνει ραγδαία. Οργανώνονται τρεις sold-out συναυλίες στο London Forum και μία απόλυτα επιτυχημένη περιοδεία σε όλη τη Βρετανία.
Στο διάστημα αυτό ο Doherty δεν θα καταφέρει να μείνει μακρυά από τους εθισμούς του και σταδιακά θα ξαναβυθιστεί στην ηρωίνη. Ο Carl φτάνει στα όριά του και το κλίμα ξαναχαλάει, αυτή τη φορά... ανεπιστρεπτί.


"The Libertines"
Η ώρα για το δεύτερο album της μπάντας έφτασε. Η τετράδα μπαίνει στο studio και αρχίζει να ηχογραφεί. Ηχογραφεί, όμως, κάτω από πολύ κακές συνθήκες μια και οι δύο leaders, Carl & Pete, συνεχίζουν να βρίσκονται "στα μαχαίρια" για τους γνωστούς πλέον λόγους. O Doherty όχι μόνο αψηφά τις συστάσεις και τις απειλές του Barat, όχι μόνο συνεχίζει να δραστηριοποιείται με τους Babyshambles αλλά τραγουδάει σε μία τρίτη παραγωγή, αυτή του φίλου του Peter Wolfe στο τραγούδι "For lovers". Το τραγούδι (το οποίο μπορείτε να το ακούσετε στο playlist στο τέλος του άρθρου) πηγαίνει κάτι παραπάνω από καλά και "χτυπάει" την 7η (!) θέση στα Βρετανικά charts. Μία θέση που ποτέ μέχρι τότε δεν κατάφεραν να αγγίξουν οι Libertines. Τα γεγονότα φέρνουν τους δύο leaders της μπάντας σε τόσο μεγάλη αντιπαλότητα που η ηχογράφηση ολοκληρώνεται υπό την παρουσία security (!!) οι οποίοι αποτρέπουν τα δύο μέλη της μπάντας να βιαιοπραγήσουν αναμεταξύ τους.
Με το τέλος των ηχογραφήσεων ο Doherty αποχωρεί σε μία νέα προσπάθειά του να ξεκινήσει πρόγραμμα αποτοξίνωσης και αφήνει στα 3 υπόλοιπα μέλη της μπάντας το τελικό μιξάρισμα και την ολοκλήρωση του δίσκου.
Ο ομώνυμος δίσκος έμελλε να είναι η απογείωση (νούμερο 1 στα Βρετανικά album charts) αλλά και το τέλος των Libertines.


Τραγούδια από τον δίσκο

Ο Carl Barat με τη βοήθεια και των υπόλοιπων 2 μελών της μπάντας ξεκινά ένα νέο μουσικό project (τους Dirty Pretty Things), ο Doherty στρέφεται ολοκληρωτικά προς τους "δικούς" του Babyshambles και μετά από ένα σύντομο κύκλο εμφανίσεων (χωρίς τον Doherty) η μπάντα, τελικά, διαλύεται. Τελευταία εμφάνισή τους (χωρίς τον Pete Doherty) ήταν στις 14 Δεκεμβρίου, στο Παρίσι. Ο λόγος της διάλυσης τέθηκε σαφέστατα από τον Carl: "Δεν θέλω να συνεχίσω να δραστηριοποιούμε κάτω από το όνομα Libertines χωρίς να συμμετέχει και ο Pete σε αυτό".

Τα θραύσματα

----- Ο αυτοκαταστροφικός -----
Pete Doherty. Το πρώτο, κατά χρονική σειρά, και, για πολλούς, σημαντικότερο αποτέλεσμα της διάλυσης των Libertines είναι οι Babyshambles. Αποτελεί το μουσικό, αλλά και προσωπικό, καταφύγιο του Doherty. Μία μπάντα η οποία, φυσικά, θυμίζει τους Libertines έχοντας, όμως, αρκετές διαφοροποιήσεις στον ήχο και στο στιλ. Η πιο χαρακτηριστική των διαφοροποιήσεων είναι οι, πραγματικά όμορφες, reggae πινελιές σε πολλά από τα κομμάτια.
Η μπάντα ξεκινά με τον δίσκο "Down in Albion" στον οποίο παραγωγή κάνει ο Mick Jones και ο ο οποίος βγαίνει στην κυκλοφορία τον Νοέμβριο του 2005. Το αστέρι του Doherty λάμπει ξανά: Top 10 στα Βρετανικά album charts, #4 & #8 στα singles με το, εκπληκτικό "Fuck for ever" & "Albion" αντίστοιχα.


Τραγούδια από τον δίσκο

O Doherty αποτελεί, πλέον, ίνδαλμα στη νεολαία της Βρετανίας, νούμερο 1 στόχο των μουσικών και life style εντύπων, δεν εγκαταλείπει, όμως, τις παλιές του συνήθειες και συνεχίζει να φέρεται αυτοκαταστροφικά.
Το 2005, οι Oasis ξεκινάν περιοδεία για την προώθηση του νέου τους δίσκου "Don't believe the truth" και ζητούν από τον Doherty και την παρέα του να τους support-άρουν, δίνοντας στους Babyshambles την ευκαιρία να απογειώσουν την απήχησή τους εντός συνόρων. O Doherty έχοντας πλέον εισχωρήσει (ποικιλοτρόπως) στον χώρο της μόδας παρευρίσκεται, συνοδεία της Kate Moss, στο γενέθλιο πάρτι του σχεδιαστή μόδας Hedi Simane και αποτυγχάνει να δώσει το παρόν στην πρώτη προγραμματισμένη εμφάνιση με τους Oases. Τα πράγματα, όμως, έχουν αλλάξει και οι Oasis δεν είναι άλλο πια ο Carl που θα συγχωρήσει τον παλιόφιλο Pete. Οι Oasis ακυρώνουν αμέσως τη συνεργασία και η ευκαιρία χάνεται.

Το group συνεχίζει έως και σήμερα τη δραστηριότητά του. Στο ενεργητικό του έχει ακόμα δύο δισκογραφικές δουλειές, το EP The Binding (Δεκέμβριος 2006) και το ολοκληρωμένο studio album "Shotter's Nation" (Οκτώβριος του 2007) [τραγούδια από τις δύο αυτές δισκογραφικές δουλειές θα βρείτε στο τέλος του άρθρου]. Αποτελεί μία από τις μπάντες "φετίχ" των Βρετανών, ενώ, ο Doherty έχει περάσει ήδη στην ιστορία ως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες, πιο πολυσυζητημένες και πιο προβεβλημένες προσωπικότητες της σύγχρονης μουσικής ιστορίας της Μ. Βρετανίας. Ο ίδιος ποτέ δεν κατάφερε, παρά τις πολυάριθμες προσπάθειές του, να αποτραβηχτεί από τη χρήση των ναρκωτικών και μέχρι και σήμερα συνεχίζει να είναι εξαρτημένος από παραπάνω από μία ουσίες.

Ο δημιουργικός
Carl Barât. Είναι ο Mr. Dirty Pretty Things. O Carl μαζί με τον Didz Hammond (θα τον θυμάστε ως το πρόσωπο που έσπευσε να αντικαταστήσει στα φωνητικά τον Doherty κατά τη διάρκεια της περιοδείας των Libertines στην Ευρώπη) και τον Gary Powel (τον drummer των Libertines) ξεκινάν ένα νέο group, τους Dirty Pretty Things.
Η πρώτη δισκογραφική δουλειά της μπάντας στέφεται με επιτυχία, μια και το Waterloo to anywhere (Μάιος 2006) φτάνει στο #3 των Βρετανικών album charts. Ο ήχος του δίσκου είναι, κατά την άποψή μας, καταπληκτικός! Ο Carl και η παρέα του, απαλλαγμένοι από τον βαθύ, ποιητικό - λόγιο ήχο του Doherty, συνθέτουν ένα πιο ελεύθερο, πιο γκαζιάρικο και πιο ροκ δίσκο.


Τραγούδια από τον δίσκο

Η δεύτερη δισκογραφική απόπειρα της μπάντας πραγματοποιείται τον Ιούνιο του 2008 με τίτλο "Romance at short notice". Με το δίσκο αυτό οι Dirty Pretty Things απογοήτευσαν οπαδούς και κριτικούς αλλά και τους ίδιους τους τους εαυτούς. Ο δίσκος δεν έχει καμία σχέση με το εκρηκτικό Waterloo to anywhere, η μπάντα δείχνει να μην έχει λόγο υπόστασης και με μία λυτή ανακοίνωση στις 1 Οκτωβρίου του 2008 ανακοινώνει την διάλυσή της, η οποία θα πραγματοποιούνταν με το τέλος της προγραμματισμένης περιοδείας της στα πάτρια εδάφη.

Τα υπόλοιπα μέλη
Οι Libertines αλλά και οι Babyshambles δεν ήταν μόνο οι δύο πρωταγωνιστές (Carl & Pete). Οι μουσικοί που κόσμησαν τα δύο group, κατά καιρούς, μόνο τυχαίοι δεν ήταν. Ονόματα όπως David Byrne, Brian Eno, Corrine Bailey Rae, Herbie Hancock και Eddy Grand είναι μόνο μερικά από τα ονόματα που θα βρει κανείς σκαλίζοντας τα βιογραφικά των μουσικών που συμμετείχαν στα 2 group.


Το υπόλοιπο soundrack της ιστορίας